Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΟΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣΣΕΣ ΠΟΥ ΕΠΕΣΑΝ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΜΟ ΤΩΝ ΠΕΤΡΩΤΩΝ ΣΜΥΡΝΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΤΙΜΩΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΣΕΤΕΣ ΤΟ 1922 (Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΖΑΛΟΓΓΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΣ)


Η αληθινή μαρτυρία του Αλέξη Αλεξίου που έφτασε πρόσφυγας στην Ελλάδα το ‘22:

ΠΗΓΗ:
Η Έξοδος, Τόμος Α’, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των Δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1980.
Η μαρτυρία δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: “Το κεφάλι λίγο πιό πέρα το τσιμπολογούσαν οι αδέσποτες κότες”, σελ. 5-11.

Γεννήθηκα στη Σμύρνη το 1910, στη συνοικία Αγίας Αικατερίνης, κόντά στον κινηματογράφο «Φοίνικα» απέναντι στο μπακάλικο του Πανανού του Μπιτσακτσή. Ο πατέρας μου ήταν μανιφατουριέρης, που λένε εδώ, είχε εμπορικό, κοντά στον Άη Γιώργη, ο δε παππούλης μου ήταν ο περίφημος παιχνιδάτορας, που έπαιζε βιολί, ο Γιάγκος ο Βλάχος. Για να μάθω γράμματα στην αρχή με στείλαν οι γονείς μου στο σχολείο του Νεστορίδη και συνέχεια στου Πασχάλη. Θυμούμαι που μας μαθαίνανε και τραγουδούσαμε τον εθνικό μας ύμνο μ’ ελληνικά λόγια, αλλά στη μελωδία του αγγλικού ύμνου: «ο Θεός σώζει τον βασιλέα». Κάναμε γιορτές κάθε 25 Μαρτίου∙ ντυνόμασταν τσολιάδες και με άλλες εθνικές ενδυμασίες τα κορίτσια. Αφού βέβαια ο διευθυντής της Σχολής Νεστορίδη έβαζε φύλακες όξω από το σχολείο. Δύο Μαίου του 1919 έγινε η ελληνική Κατοχή. Πήγα στο «Quai» με τους γονείς μου. Όλη η Σμύρνη γιόρταζε, ήταν σαν Πάσχα, ακούγονταν κανονιές από τα καράβια, παντού κυμάτιζε η γαλανόλευκη. Όλοι φορούσαμε στο στήθος μας εθνικές κονκάρδες. Όλοι τρέχαν στην προκυμαία κοπάδια, κοπάδια∙ ξεφώνιζαν και τραγουδούσαν. Όλοι βιάζονταν να δούνε τα ευζωνάκια, τον ελληνικό στρατό, τα ελληνικά καράβια: τον «Αβέρωφ», τον «Ατρόμητο», το «Λέοντα».


Έζησα τις αξέχαστες στιγμιές της λευτεριάς. Εμείς δεν πήραμε είδηση τη μάχη που δόθηκε, γιατί δεν ήμασταν προς το κονάκι αλλ΄ αντίθετα μετά από το θέατρο Σμύρνης, προς την Πούντα. Αργότερα μάθαμε ότι η φάλαγγα των ευζώνων έμπαινε στην πλατεία του διοικητηρίου και την χτύπησαν από το αρχηγείο της χωροφυλακής, από τις φυλακές, από την τουρκική συνοικία. Χτυπήθηκαν δέκα ευζωνάκια∙ τα δύο πέθαναν και πάρα πολύς κόσμος πνίγηκε στη θάλασσα από το σπρώξιμο που κάναν, γιατί θέλαν να φύγουν γρήγορα να σώσουν τη ζωή τους. Τα τάγματα ευζώνων σταμάτησαν την αντίσταση. Κοντά στο σπίτι μας βρισκόταν το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Απόλλων Σμύρνης∙ εκεί είχε στραποδεύσει ελληνικός στρατός. Η μητέρα μου από ενθουσιασμό κι αγάπη για τα νέα παλικάρια μου έδινε και τους πήγαινα, μαζί με άλλα παιδιά, διάφορα εκλεκτά τρόφιμα.
Τα πρώτα μηνύματα της Καταστροφής μας ήρθαν με την οπισθοχώρηση του στρατού μας. Είδα αξιωματικούς στο δρόμο που ξύλωναν και πετούσαν τα γαλόνια και τα παράσημα τους, κι εγώ ζητούσα ο ανόητος από τους γονείς μου να μου βρούνε τέτοια γαλόνια κι εκείνοι αγανακτισμένοι με ξυλοφόρτωσαν. Τα σημάδια της Καταστροφής ήταν ακόμα πιο έντονα, όταν φθάσαν από τα Θείρα συγγενείς μας κατατρεγμένοι και τους φιλοξενήσαμε. Μετά από λίγες μέρες κάναν την εμφάνιση τους τα ταγκαλάκια (Ταγκαλάκια ονομάζανε τους Τούρκους χωρικούς με κοντά βρακιά και γκέτες που είχε επιστρατέψει ο Κεμάλ). Ο κόσμος τρομοκρατήθηκε. Πότε-πότε ακούγονταν και μακρινές κανονιές. Είπαν οι δικοί μου πως ο Πλαστήρας πολεμά στην περιοχή του Τσεσμέ. Εκεί στις συζητήσεις των μεγάλων άκουα για τους Τσέτες∙ όσο περνούσαν οι μέρες καταλάβαινα ότι κάτι μεγάλο κακό ήταν να γίνει, γιατί κάθε βράδυ οι γονείς μου έπαιρναν εμένα, τον αδερφό μου και την αδερφή μου που ήταν λεχούδι και πηγαιναμε και κοιμόμασταν σε μια φράγκικη οικογένεια στο φαρδύ της Καθεδράλης, γιατί η κυρία του σπιτιού ήταν φιλενάδα της μητέρας μου. Μέναμε στο δώμα και κάθε πρωί που ηπηγαίναμε πίσω στο σπίτι μας ήταν αδύνατο να μη δούμε στους δρόμους ανθρώπους με τα νυχτικά τους, τους οποίους χτυπούσαν με τους υποκόπανους και τους παίρναν τα ταγκαλάκια.
Ένα μεσημέρι έγινε μεγάλη φασαρία και κακό, μαθεύτηκε ότι οι Τούρκοι βάλαν φωτιά στην συνοικία της Αρμενίας. Είχα ένα προαίσθημα. Μια κατάθλιψη μου βάραινε τη ψυχή και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Δεν αργήσαμε να δούμε τους πρώτους καπνούς της φωτιάς. Δεν θυμούμαι αν την ίδια μέρα ή έπειτα από μερικές μέρες ο κόσμος άρχισε να φεύγει από τη Σμύρνη, γιατί η φωτιά όλο μεγάλωνε. Από κει φύγαμε∙ πήγαμε και μείναμε στο σπίτι της αδελφής της νενές μου που ήταν στην Πούντα, γιατί εκείνη ήταν παντρεμένη με έναν Ιταλό και βέβαια η οικογένεια της σαν ιταλική που ήταν, ήταν εξασφαλισμένη. Δε θυμούμαι ούτε τους λόγους, ούτε την αιτία που ύστερα από λίγες μέρες μας πήρε ο πατέρας μου όλους, εκτός από τον παππού και τη νενέ, και ξεκινήσαμε προς την παραλία της Πούντας, όπου ήταν διάφορα κέντρα. Προχωρήσαμε ακόμη πιο πολύ∙ περάσαμε το νεκροταφείο της Σμύρνης και το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Πανιωνίου Σμύρνης. Από κει και πέρα άρχισε να μαζεύεται χιλιάδες κόσμος σε μια πορεία στο δρόμο που ήταν κοντά στην παραλία, με κατεύθυνση προς το Μπαργιακλί.
Από το δρόμο προς τη θάλασσα ήταν διάφορα παραλιακά κέντρα. Σε ένα από αυτά είδα κάτι, που όσο ζω δεν θα το ξεχάσω∙ θα έχω τη φοβερή εικόνα, που αντίκρισα μπροστά μου. Λίγο αριστερά από το δρόμο κι έξω από ένα κέντρο είδα ένα πτώμα ανάσκελα, αποκεφαλισμένο, ντυμένο μόνο μ’ ένα πουκάμισο και μαύρο πανταλόνι∙ το κεφάλι, λίγο πιο πέρα από το σώμα, το τσιμπολογούσαν οι κότες που βόσκαν αδέσποτες. Μια άλλη κότα ήταν ανεβασμένη στο στήθος του πτώματος και τσιμπολογούσε τον κομμένο λαιμό. Σε κάτι τραπέζια, που ήταν πάρα κάτω, ήταν πεταμένα δύο ή τρία πτώματα. Όλος αυτός οκόσμος, ο χιλιάδες κόσμος, προχωρούσε προς το Κορδελιό, γιατί διαδίδονταν πως στο Κορδελιό αράζουν διάφορα βαποράκια και σώνουν τον κόσμο. Κατά το απογευματάκι φτάξαμε στο Μπαργιακλί που κι αυτό είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους του. Οι δρόμοι και η πλατεία του χωριού με τα πλατάνια ήταν γεμάτα από κόσμο, που κάθισε να ξαποστάσει. Ο πατέρας μου βρήκε ένα ωραίο άδειο σπίτι και πήγαμε εκεί μαζί με άλλους να περάσουμε τη νύχτα. Αφού μας άφησε, βγήκε όξω να ζητιανέψει τρόφιμα∙ θυμούμαι που μας έφερε σατσόπιτες που του δώσαν άλλοι χριστιανοί. Φαίνεται πως κάπου βρήκαν λίγο αλέυρι, κάναν όπως-όπως λίγο ζυμάρι και το ψήσαν πάνω σε λαμαρίνα με κουκουνάρες που πέφταν από τα πεύκα. Νερά είχε τρεχούμενα. Όταν έπεσε η νύχτα, ήθελα να πάω κάπου, πριν να κοιμηθούμε. Όλα γύρω πίσσα, σκοτάδι, μέσα κι όξω. Ανάβαμε σπίρτα κι άλλο σπίρτο στο σκοτάδι, βρήκε το αποχωρητήριο και με φώναξε να πάω. Ξεκινώ να πάω εγώ εκεί που έβλεπα τη φλόγα του σπίρτου. Το σπίρτο έσβησε, αλλά συγχρόνως σκουντούφλησα σε κάτι μαλακό∙ μπάζω τις φωνές. Ο πατέρας μου άναψε κι άλλο σπίρτο και προχωρούσε προς εμένα. Στο τρεμάμενο φως του σπίρτου είδαμε με φρίκη ότι είχα σκουντουφλήσει σ’ ένα κομμένο χέρι και λίγο πάρα κάτω είδα φευγαλέα ένα πτώμα γυναικείο. Είχε γίνει μέσα εκεί μακελειό. Ο πατέρας μου είπε να μην πω τίποτα απ’ αυτά που είδαμε στη μητέρα. Όταν έφεξε η μέρα, άρχισε ο κόσμος να φεύγει από το Μπαϊρακλί με κατεύθυνση προς το Κορδελιό κι έτσι τους ακολουθούσαμε κι εμείς∙ όπως πηγαίναμε όμως, στ’ αριστερά του παραλιακού δρόμου, είδαμε να έρχεται από το Κορδελιό προς τη Σμύρνη τούρκικη καβαλαρία, οπλισμένη με σπαθιά. Κρατούσαν ακόμη στο δεξί τους χέρι ένα ακόντιο μ’ ένα σημαιάκι στην κορφή. Στήριζαν το ακόντιο στον αναβατήρα. Πιο πίσω ακολουθούσαν Τσέτες. Τότε μας βρήκαν τα χειρότερα∙ οι Τσέτες πέσαν απάνω στον κόσμο και κάναν όλων των ειδών τα εγκλήματα. Χτυπούσαν τους άντρες και τους ζητούσαν παράδες, και μαλαματικά από τις γυναίκες. Αρπούσαν όποια κοπέλα τους σφαντούσε (σφαντώ=κάνω εντύπωση, φαντάζω) και την ντρόπιαζαν∙ και την ντρόπιαζαν∙ φόβος και τρόμος μας έπιασε όλους. Οι καβαλαραίοι μόνο που μας τρόμαξαν, αλλά οι Τσέτες κάναν τα εγκλήματα. Ωστόσο, όπως πηγαίναμε, ένας από τους καβαλαραίους ξέκοψε από τη σειρά του, στάθηκε μπροστά στη μητέρα μου και της είπε σε καθαρά ελληνικά: «τσερά, δώσε μου τα δαχτυλίδια σου». Ο πατέρας κρατούσε αγκαλίά την αδερφή μου κι ένα μπόγο∙ ό,τι άρπαξε φεύγοντας από το σπίτι. Η μητέρα μου από το ένα χέρι κρατούσε τον αδερφό μου, ενώ στο δεξί της χέρι βαστούσε ένα μπόγο στηρίζοντας τον στην πλάτη της, κι εγώ ένα μπόγο∙ πήγαινα κοντά στη μητέρα μου για να μη χαθούμε. Έτσι σφάνταζαν τα δαχτυλίδια της μητέρας. Σταθήκαμε και η μητέρα προσπαθούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Από την ταραχή της όμως και το φόβο της δεν μπορούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Τότε ο Τούρκος καβαλάρης, επειδή έχασε τη σειρά της, βιαζόταν κι ετοιμάστηκε να κόψει το δάχτυλο της μητέρας με την κάμα του. Ο πατέρας τότε σάλιωσε το δάχτυλο της κι έτσι έβγαλε τα δαχτυλίδια και τα δώσε στον εξαγριωμένο Τούρκο. Ήταν ο κόσμος θάλασσα, χιλιάδες κόσμος, που έκλαιε και βογγούσε. Προχωρούσαμε όπου προχωρούσαν όλοι, προς το Κορδελιό∙ από κει θα σωθούμε. Αλίμονο σ’ εμάς! Η ελπίδα να σωθούμε από κει, από τη θάλασσα του Κορδελιού, χάθηκε. -Θεέ μου, λυπήσου μας, έλεγε η μητέρα κι έκλαιγε. Ο κόσμος τα ‘χασε πια, απελπίστηκε τελείως. Άλλοι κλαίγαν, άλλοι χτυπιούνταν καοι μοιρολογούσαν κι άλλοι σέρναν τα πόδια τους και σώπαιναν.
Ο βόγγος, ο θρήνος έγιναν ένα δυνατό βουητό. Σε μια στιγμή δεν πιστεύαμε τα μάτια μας∙ γυναίκες πολλές, μια σειρά ατελείωτη από το μπουλούκι που ερχόνταν από το Κορδελιό, σπρώχνοντας η μία την άλλη και σκύφτοντας, τραβούσαν κατά τους ψηλούς βράχους, εκεί στα Πετρωτά. Ώσπου να καλοκαταλάβεις, πηδούσαν και χάνονταν μέσα στη θάλασσα. Πολλές κρατούσαν αγκαλιά και τα μωράκια τους. Πλάι τους, πάνω από τα κεφάλια τους, ήταν οι Τσέτες, έτοιμοι να τις ντροπιάσουν, και ήθελαν να γλυτώσουν από τα χέρια τους, να πέσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στο γκρεμό, να χαθούνε. Η εικόνα αυτή ύστερα από τόσα χρόνια ούτε έσβησε, ούτε θα σβήσει από τη μνήμη μου, όσο ζω. Την παράστησα στους φίλους μου, αργότερα στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου.
Γυρίσαμε με τις χιλιάδες κόσμο στο Μπαργιακλί.Μέναμε στο ύπαιθρο∙ τη μέρα φοβούμασταν, ενώ τη νύχτα τρέμαμε τους ανήμερους Τσέτες. Μια μέρα ήρθε κι άραξε ένα μικρό βαποράκι με ιταλική σημαία∙ βγήκε ο συγγενής μας ο Ιταλός,- φαίνεται πως μαθεύτηκαν τα νέα του Κορδελιού- μας πήρε και μας πήγε στη Σμύρνη, στο σπίτι του. Τη μέρα του Σταυρού 14 Σεπτεμβρίου, μέρα σημαδιακιά, μας πήρε ο πατέρας, περπατήσαμε κάμποσο και μπήκαμε στο μπουλούκι για να μπαρκάρουμε. Μόλις περάσαμε τα συρματοπλέγματα –ήταν μαζί μας τούτη τη φορά η νενέ και ο παππούλης- οι Τούρκοι χώριζαν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες. Στο σημείο αυτό ήταν και στρατιωτικοί ξένης υπηκοότητας, όχι Τούρκοι. Πιάσαν τον μπαμπά μου και τον παππούλη μου και τους χώρισαν από μας. Έγινα έξαλλος, αγανάκτησα και τράβηξα τον πατέρα μου να τον φέρω μαζί μας. Εκεί ένας Αμερικάνος ναύτης – τους γνώριζα από το καπελάκι που φορούσαν- δεν πρόκανα και μου ‘δωσε μιά στο λαιμό μ’ ένα σιδερένιο μπαστούνι που κρατούσε, από κείνα που χρησίμευαν για ν’ αλλάζουν τις ράγες των τραμ. Τελικά ο πατέρας μου κι ο παππούλης μείναν, κι εμείς τα παιδιά με τη μητέρα μας και τη νενέ μας μπήκαμε στο βαπόρι «Ισμίντι». Μόλις ξεκίνησε το βαπόρι, η μητέρα από την απελπισία της ήθελε να πέσει στη θάλασσα και την συγκράτησαν οι άλλοι πρόσφυγες. Εμένα πρήστηκε ο λαιμός μου και πονούσα αβάσταχτα∙ και μ’ όλα αυτά έβλεπα τη φλεγόμενη Σμύρνη μέσα από το καράβι που σιγά-σιγά απομακρύνονταν. Το καράβι μας έβγαλε στη Μυτιλήνη∙ εκεί μας φιλοξένησε η οικογένεια του αδερφού του παππούλη μου, έξι μήνες περίπου. Δεν πέρασε ούτε μήνας που ήρθε ο πατέρας μου και ο παππούλης μου. Καταφέρανε να φύγουνε από τη Σμύρνη, γιατί ο παππούλης μου ήταν παιχνιδιάτορας και ήταν γνωστός και αγαπητός στους Τούρκους και βρέθηκε κάποιος που τον γνώριζε και τον γλύτωσε. Το ίδιο έγινε και με τον πατέρα μου∙ ένας Τούρκος βρέθηκε που του πουλούσε υφάσματα για το χαρέμι του και τον μπάρκαρε. Η χαρά όλων μας δεν περιγράφεται∙ ήταν σαν νεκρανάσταση, τους λογαριάζαμε για σκοτωμένους. Εγώ είχα πάντα το βάσανο μου∙ ο λαιμός μου πονούσε και ήταν πρησμένος. Οι γονείς μου ανησυχούσαν και αναγκάστηκαν να με στείλουν με μια πρώτη εξαδέρφη του πατέρα μου εδώ στον Ευαγγελισμό. Μου έκαναν εγχείρηση∙ θαρρώ πως μου αφαίρεσαν τον αδένα. Έμεινα πολλές μέρες στο νοσοκομείο. Έχω ακόμη ένα μεγάλο σημάδι στο αριστερό μέρος του λαιμού μου. Έτσι που να μη ξεχνώ ούτε μια μέρα τα βάσανα που περάσαμε. Μετά την Ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 μας δώσανε, όπως και σε όλους τους πρόσφυγες, από ένα δωμάτιο σ’ ένα τούρκικο ανταλλάξιμο σπίτι στην Απάνω Σκάλα της Μυτιλήνης. Ο πατέρας πήρε δάνειο κι άνοιξε πάλι μανιφατουριέρικο, δυστυχώς όμως μετά από λιγο η κυβέρνηση έκοψε τα χρήματα κι ο πατέρας μου έχασε την περιουσία του και σ συνεχίστηκε η πείνα, η γύμνια, η φτώχεια. Τελείωσα το σχολείο στη Μυτιλήνη. Το 1926 ήρθαμε εδώ στον Πειραιά, μπήκα στη Σχολή Ναυτικών Μηχανικών, ο Προμηθεύς. Πήρα το δίπλωμα μηχανικού το 1934. Εργάστηκα σε διάφορες υπηρεσίες και τώρα είμαι συνταξιούχος.


ΕΝΩΣΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

«ΑΜΕΛΕ ΤΑΜΠΟΥΡΟΥ», Η ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

Έλληνες ορθόδοξοι, δέσμιοι στα
«τάγματα εργασίας».
Του Ιωάννη Αθανασόπουλου Ιστορικού Πτυχιούχου της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, κατεύθυνση Ιστορίας.

Η συστηματική εξόντωση των Ελλήνων Ορθοδόξων της Μικράς Ασίας – και γενικότερα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας – ξεκίνησε λίγα χρόνια μετά την επανάσταση κατά του Σουλτάνου και την εγκαθίδρυση του κινήματος των Νεοτούρκων. Αρχικά, οι Νεότουρκοι παρουσιάστηκαν σαν ένα επαναστατικό κίνημα που βασιζόταν σε αρχές όπως η δημοκρατία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μάλιστα δεν θα γίνονταν φυλετικές ή θρησκευτικές διακρίσεις καθώς συμφέρον του κινήματος των Νεοτούρκων ήταν η ενότητα και η ανάπτυξη του Οθωμανικού έθνους.
Το πρόγραμμα της Οθωμανικής Εταιρίας Ένωσης και Προόδου (1890) ανέφερε χαρακτηριστικά: «Προκειμένου να προειδοποιήσουμε τους μουσουλμάνους και τους χριστιανούς συμπατριώτες μας για το σύστημα διακυβέρνησης του παρόντος καθεστώτος που παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα όπως η δικαιοσύνη, η ισότητα και η ελευθερία, που εμποδίζει όλους τους Οθωμανούς να προοδεύσουν και που παραδίδει τη χώρα μας στην ξένη κυριαρχία, σχηματίστηκε η Οθωμανική Εταιρίας Ένωσης και Προόδου, αποτελούμενη από άντρες και γυναίκες που όλοι είναι Οθωμανοί». 
Αν αναλογιστεί κανείς ωστόσο τα πεπραγμένα των Νεότουρκων την περίοδο 1908-1918 αντιλαμβάνεται πως οι προγραμματικές δηλώσεις του κινήματος απέχουν παρασάγγας  από την πραγματικότητα. Οι εξαγγελίες περί συνταγματικής διακυβέρνησης «τερματίστηκαν στον άφρονα κύκλο της συνομωσίας και της ίντριγκας, της καταπίεσης και της ανταρσίας, της τυραννίας, της ταπείνωσης και της ήττας» κατά τον Bernard Lewis. [1]
Χαρακτηριστική είναι η ομιλία που παρέθεσε ο Ταλάτ μπεής, τον Αύγουστο του 1910, σε μυστική συνεδρίαση της Εταιρίας Ένωσης και Προόδου στη Θεσσαλονίκη, την οποία διασώζει ο Βρετανός πρόξενος στο Μοναστήρι [2]:
Γνωρίζετε ότι, σύμφωνα με τα άρθρα του Συντάγματος επιβεβαιώθηκε η ισότητα μουσουλμάνων και γκιαούρηδων, αλλά γνωρίζετε και αισθάνεστε όλοι ότι αυτό είναι ένα απραγματοποίητο ιδεώδες. Ο ιερός νόμος, ολόκληρη η ιστορίας μας και τα συναισθήματα εκατοντάδων χιλιάδων μουσουλμάνων αλλά ακόμα και τα συναισθήματα των ιδίων των γκιαούρηδων, που αντιστέκονται επίμονα σε κάθε προσπάθεια οθωμανισμού τους, αντιπροσωπεύουν ένα αξεπέραστο εμπόδιο στην καθιέρωση πραγματικής ισότητας.
Πραγματοποιήσαμε ανεπιτυχείς προσπάθειες να μετατρέψουμε τους γκιαούρηδες σε πιστούς Οθωμανούς και όλες οι προσπάθειες αναπόφευκτα θα αποτύχουν, εφόσον τα μικρά ανεξάρτητα κράτη στη χερσόνησο των Βαλκανίων θα παραμείνουν σε μια θέση ικανή να προβάλει ιδέες απόσχισης μεταξύ των κατοίκων της Μακεδονίας.
Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει θέμα ισότητας μέχρι να πετύχουμε το στόχο μας για την οθωμανοποίηση της αυτοκρατορίας – ένα μακρόχρονο και κοπιαστικό έργο, στο οποίο τολμώ να προβλέψω ότι στο τέλος θα νικήσουμε, αφού πρώτα τερματίσουμε την αναταραχή και την προπαγάνδα των βαλκανικών κρατών.
Η Επανάσταση των Νεότουρκων είχε ως σκοπό την απομάκρυνση του σουλτάνου έτσι ώστε μια δική τους κυβέρνηση να προστατεύσει την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το κίνημα τους είχε ως στόχο να ενώσει το πατριωτικό αίσθημα των Οθωμανών μουσουλμάνων ανεξάρτητα με το αν είχαν τουρκική καταγωγή και συνείδηση. Υπήρχαν δύο τάσεις μέσα στο ίδιο κίνημα. Από τη μια οι «φιλελεύθεροι» που υποστήριζαν μεταξύ άλλων πραγματική εφαρμογή δικαιωμάτων για τις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες της αυτοκρατορίας και από την άλλη οι «εθνικιστές» που είχαν ως αρχή τους την εγκαθίδρυση τουρκικής κυριαρχίας. Όργανο των «εθνικιστών» υπήρξε η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου, η οποία μετά την Επανάσταση κατέλαβε τον πλήρη έλεγχο διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας. Μάλιστα προώθησε και νόμους, οι οποίοι αφενός απαγόρευαν τον πολιτικό σχηματισμό εθνοτικών ή εθνικών ομάδων και αφετέρου προωθούσε τον σχηματισμό καταδιωκτικών ομάδων από τον Οθωμανικό στρατό με στόχο την εξουδετέρωση των ενόπλων ομάδων διαφόρων εθνοτήτων στα Βαλκάνια, που ήθελαν να απελευθερώσουν εδάφη που είχε από τον ζυγό της η Οθωμανική αυτοκρατορία. Ηγέτες των «εθνικιστών» υπήρξαν οι Ενβέρ πασάς, Τζεμάλ πασάς και Ταλάτ πασάς. Ο τελευταίος υπήρξε ο πρόθυμος υλοποιητής του σχεδίου αφανισμού τους Ελληνισμού της Ιωνίας και όχι μόνο.

Ο Ταλάτ πασάς.

Πέρα από την ξεκάθαρη αναφορά του ως προς την πραγματική στάση του Κινήματος των Νεότουρκων απέναντι στην ισότητα μουσουλμάνων και χριστιανών που έκανε ο Ταλάτ πασάς τον Αύγουστο του 1910 και παραθέσαμε παραπάνω, ο ίδιος έδωσε σαφείς εντολές για την στάση που έπρεπε να κρατήσουν οι Οθωμανοί κρατικοί αξιωματούχοι στον λεπτομερώς σχεδιαζόμενο αφανισμό και βίαιο διωγμό των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης αρχικά και της Μικράς Ασίας ακολούθως. Ο ίδιος λοιπόν ως Υπουργός Εσωτερικών τον Μάιο του 1914 διέταξε τον εβραϊκής καταγωγής διοικητή της Σμύρνης, Ραχμή Μπέη τα εξής:
Οι Έλληνες Οθωμανοί υπήκοοι, οι οποίοι αποτελούντες την πλειονότητα της υμετέρας περιφερείας, επωφελούνται των περιστάσεων όπως προκαλέσουν ρεύμα επαναστατικόν, ευνοούν την επέμβασιν των Μεγάλων Δυνάμεων. 
Οι Έλληνες Οθωμανοί, οι οποίοι κατοικούν κατά μήκος των ακτών του βιλαγετίου της Σμύρνης, εργάζονται νυχθημερόν προς πραγματοποίησιν της «Μεγάλης Ιδέας». Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να υπάρχη αμφιβολία ότι η εν τη Οθωμανική Αυτοκρατορία ύπαρξις των Ελληνοοθωμανών, οι οποίοι είναι εμποτισμένοι με επαναστατικάς ιδέας, είναι ολέθρια διά το κράτος από πολιτικής και διοικητικής απόψεως.
Είναι επείγον διά πολιτικούς λόγους να υποχρεωθούν οι εις τα παράλια της Μικράς Ασίας κατοικούντες Έλληνες να εκκενώσουν τα χωρία των, όπως εγκατασταθούν εις τα βιλαγέτια του Ερζερούμ και άλλα.
Αν αρνηθούν να μεταφερθούν στα υποδειχθέντα μέρη, θέλετε ευαρεστηθή να δώσητε προφορικάς οδηγίας εις τους αδελφούς μας μουσουλμάνους, όπως διά παντός είδους εκτροπών αναγκάσουν τους Έλληνας να εκπατρισθούν οι ίδιοι οικεία βουλήσει.
Μη λησμονήσετε να επιτύχετε εν τοιαύτη περιπτώσει από τους μετανάστας τούτους πιστοποιητικά βεβαιούντα ότι απέρχονται από τας εστίας των εξ ιδίας πρωτοβουλίας όπως μη προκύψουν εκ τούτου βραδύτερον πολιτικά ζητήματα.
Ο Υπουργός Εσωτερικών Ταλατ
Ο Ταλάτ πασάς θεωρείται ο αρχιτέκτων της εξοντώσεως των Ελλήνων της περιοχής αλλά το σχέδιο για την πραγματοποίηση αυτών των διώξεων εκπονήθηκε από τους συμμάχους της Τουρκίας, Γερμανούς για στρατηγικούς σκοπούς. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει στα απομνημονεύματα του ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, Μοργκεντάου, όπου σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, ο Γερμανός ναύαρχος Ούζεντομ κάποια χρόνια μετά του ομολόγησε πως οι διώξεις αυτές έγιναν καθ’ υπόδειξη των Γερμανών. [3]
Και πράγματι εμπνευστής του σχεδίου αφανισμού του ελληνικού στοιχείου ήταν ο Γερμανός στρατηγός Λίμαν φον Σάντερς. Ο ίδιος μάλιστα ήταν φανατικός ανθέλληνας όπως αποδεικνύεται από τα γραφόμενα του. Υπήρξε αυτός που έπεισε τους Τούρκους να στρατολογήσουν τον ανδρικό πληθυσμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας στα απάνθρωπα «Τάγματα Εργασίας» (Αμελέ ταμπουρού) έτσι ώστε να χαντακωθεί μια και καλή αυτή η «καταραμένη ράτσα» όπως έγραφε.

Ο Λίμαν φον Σάντερς μαζί με τον Μουσταφά Κεμάλ.

Για τις «εξαίρετες» υπηρεσίες του προς τους Τούρκους – που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ξεκάθαρα σαν προάγγελος των μετέπειτα ναζιστικών εγκλημάτων πολέμου στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πχ το εβραϊκό ολοκαύτωμα αλλά και μαζικές εκτελέσεις που προκάλεσαν οι Γερμανοί στις χώρες που κατέκτησαν  – τιμήθηκε με τον τίτλο του Πασά! Έγραφε ο ίδιος [4]:
«Σας διαβεβαιώνω ότι οι παγωνιές και το κρύο του χειμώνα, οι βροχές και η μεγάλη υγρασία, ο ήλιος και η τρομερή ζέστη του καλοκαιριού, οι αρρώστιες του εξανθηματικού τύφου και της χολέρας, οι κακουχίες και η ασιτία θα φέρουν το ίδιο αποτέλεσμα που λογαριάζετε εσείς με το δικό σας σχέδιο, δηλαδή να τους ξεκαθαρίσετε με σφαγές.
Με το σύστημα που σας προτείνω ο θάνατός τους είναι βέβαιος. Αλλά πριν πεθάνουν θα μας προσφέρουν τις πολύτιμες για το έθνος υπηρεσίες τους. Επιπλέον, οι γυναίκες τους δε θα γεννούν, κι έτσι θα λυθεί το δημογραφικό σας πρόβλημα, ενώ η μισητή κι άτιμη αυτή ράτσα θα ξεκληριστεί και θα χαθεί για πάντα σε μια γενιά, κι εσείς θ΄αποκτήσετε μια συμπαγή τουρκική ομοιογένεια που θα δώσει στο έθνος σας νέα δύναμη.
Και μην ξεχνάτε βέβαια τις περιουσίες και τα κτήματα που θ΄αφήσουν οι «Γιουνάν» μετά το χαμό τους, που θα περάσουν στο Δημόσιο, δηλαδή σε σας όλους…»
Χαρακτηριστική είναι η έκθεση του Προξένου της Ελλάδας στο Ικόνιο για τα «Τάγματα Εργασίας» ή «Θανάτου», 7 Μαρτίου 1917, όπου αναφέρει επακριβώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες «εργάζονταν» καθημερινά οι Ελληνορθόδοξοι της Ιωνίας:
Ο Νόμος περί ιδρύσεως εργατικών ταγμάτων αποκλειστικώς εκ χριστιανών, καταστρέφει και εξοντώνει βαθμιαίως μεν, αλλ’ ασφαλώς τους εν Τουρκία Έλληνας. Οι δυστυχείς ούτοι, στρατολογούμενοι και κατατασσόμενοι εις τα εν λόγω εργατικά τάγματα, στέλλονται εις διαφόρους διευθύνσεις του Εσωτερικού της Αυτοκρατορίας, από των παραλίων της Μικράς Ασίας και του Ευξείνου εις τα πέρατα της Βαγδάτης, του Καυκάσου, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, άλλοι μεν προς κατασκευήν στρατιωτικών οδών, άλλοι προς διάτρησιν σηράγγων διά τον σιδηρόδρομον Βαγδάτης, άλλοι προς καλλιέργεια αγρών κλπ.
Ουδόλως μισθοδοτούμενοι, κακώς τρεφόμενοι και ενδυόμενοι, εκτιθέμενοι εις τας καιρικάς μεταβολάς, εις τον φλογερόν ήλιον της Βαγδάτης και το αφόρητον ψύχος του Καυκάσου, προσβαλλόμενοι υπό ασθενειών, πυρετών, εξανθηματικού τύφου, χολέρας, αποθνήσκουσι κατά χιλιάδας
[…]
Δια να δώσω δε πιστήν εικόνα της οικτράς ταύτης καταστάσεως αρκούμαι να είπω ότι νεκροταφείον της πόλεως Ικονίου, ως εκ της μεγάλης θνησιμότητος των εις τα εργατικά τάγματα εργαζομένων ομογενών, υπερεπληρώθη τάφων, εις έκαστον των οποίων θάπτεται ουχί εις, ως συνήθως, αλλά πλείονες, οίτινες ρίπτονται ως κύνες.
 Η εκδίωξη των Ελλήνων ορθοδόξων της Μικράς Ασίας, που οι Νεότουρκοι ήθελαν να παρουσιάσουν σαν «εθελοντική» φυγή, ξεκίνησε με την καταστροφή της Φώκαιας. Αρχικά ο διοικητής της Σμύρνης, Ραχμή Μπέης διέταξε τους ενόπλους να εκκαθαρισθούν 11 χωριά μαζί με τη Νέα Φώκαια που αριθμούσε εκείνη την εποχή 7.500 κατοίκους, εκ των οποίων οι 6.500 ήταν Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι. Η επίθεση ξεκίνησε στις 11 Ιουνίου 1914 και κορυφώθηκε στις 13. Όλες αυτές τις μέρες πραγματοποιήθηκε ένα όργιο σφαγών, λεηλασιών, εμπρησμών και κλοπών. Αυτόπτης μάρτυρας ο Γάλλος αρχαιολόγος Φελίξ Σαρτιώ, που διέσωσε τα γεγονότα σε βιβλίο του. Από τις σφαγές και τις λεηλασίες 5.500 Έλληνες της περιοχής έφτασαν πρόσφυγες στον Πειραιά (2.000) και στην Θεσσαλονίκη (3.500).
Αξίζει να τονισθεί πως πρωτεργάτες της επιχείρησης ήταν ενεργά μέλη της οργανώσεως «Ένωσης και Πρόοδος». Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί πως οι διώξεις αυτές έγιναν επιλεκτικά ως προς τις μειονότητες (που σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας ήταν ουσιαστικά πλειονότητες, πχ Έλληνες και Αρμένιοι). Κυνηγήθηκαν ανηλεώς οι Έλληνες και οι Αρμένιοι στην Μικρά Ασία, στον Πόντο και αλλού αλλά όχι οι εβραϊκές μειονότητες. Όπως αναφέρει ο Σαρτιώ:
Μόνον αι οικίαι των Εβραίων έμειναν ανέπαφοι. Έφερον εις την θύραν των ως χαρακτηριστικόν γνώρισμα ένα κουρέλι από λευκό ύφασμα. Ενώπιον του σημείου τούτου οι λεηλατούντες εσταματούσαν.
Οι Εβραίοι ήσαν εν γνώσει του μυστικού. Ο Ραχμή Βέης ήτο ντονμές (πρωτοεβραίος) εκ Θεσσαλονίκης. Ίσως χάρις εις αυτόν εσώθησαν οι Εβραίοι…

Για τον ρόλο των Εβραίων στο κίνημα των Νεοτούρκων έχουν ειπωθεί αρκετά, ιδίως για την καταγωγή των μελών της «Ενώσεως και Προόδου», που ο χαρακτήρας της ήταν κατά βάση μη τουρκικός και μη μουσουλμανικός. Ο R. W. Seton – Watson αναφέρει πως «κανένας σχεδόν από τους ηγέτες της δεν υπήρξε καθαρόαιμος Τούρκος. Ο Enver είναι γιος ενός Πολωνού αποστάτη. Ο Djavid ανήκει στην εβραϊκή αίρεση των Ντονμέ. Ο Carasso είναι Εβραίος Sephadim από τη Θεσσαλονίκη…».[5] Αυτό το κεφάλαιο ίσως αποτελέσει ένα επόμενο θέμα για αρθρογραφία.

Παραπομπές:
[1] Bernard Lewis, Η ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας, τόμος Ά, Παπαζήσης, Αθήνα 2001, σ. 454.
[2] Bernard Lewis, Η ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας, τόμος Ά, Παπαζήσης, Αθήνα 2001, σ. 439-440.
[3] Σαράντος Ι. Καργάκος, Η Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) από το έπος στην τραγωδία, τόμος Ά, ειδική έκδοση Real News, Αθήνα 2013, σ. 40.
[4] Φραγκούλης Σ.Φράγκος, Ποια Τουρκία; Ποιοι Τούρκοι;, Λιβάνης, Αθήνα 2012, σ. 303.
[5] Bernard Lewis, Η ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας, τόμος Ά, Παπαζήσης, Αθήνα 2001, σ. 428.

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου